Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Πετσοκόβουν συντάξεις,άλλα όχι άχρηστες σχολές και τμήματα....

Ο νέος νόμος για τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, που τόσο ταλαιπώρησε την Ακαδημαϊκή Κοινότητα αλλά και την κοινή γνώμη στις αρχές του φθινοπώρου, εφαρμόζεται πλέον αργά αλλά σταθερά σε όλα τα Ιδρύματα. Αν και πολλά απ΄αυτά προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε) εναντίον των διατάξεων για τη συγκρότηση των συμβουλίων διοίκησης, εν τούτοις προχώρησαν στον ορισμό ημερομηνίας εκλογών των μελών του νέου συμβουλίου.

Αλλά εκεί που θα λέγαμε “Δόξα τω Θεώ”, μάλλον θα αναφωνήσουμε “Βοήθα Παναγιά”: Γιατί από πολλούς θεωρείται βέβαιον ότι ένα νέο κεφάλαιο αναταραχής θα ανοίξει σύντομα, με την ανακίνηση του θέματος της συρρίκνωσης των Σχολών, των Τμημάτων, ακόμη και ολόκληρων Ιδρυμάτων. Πρόκειται για τον περίφημο “Καλλικράτη” στα Πανεπιστήμια, η αναγκαιότητα του οποίου αναγνωρίζεται πλέον από πολλούς, ιδιαίτερα σήμερα που βιώνουμε τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση.

Αυτό που προβληματίζει είναι τα κριτήρια με τα οποία θα γίνουν οι συγχωνεύσεις ή οι καταργήσεις των Τμημάτων. Και δημιουργείται ανησυχία στους ακαδημαϊκούς κύκλους διότι, απλούστατα, το αυτονότητο σ΄αυτό τον τόπο, δεν ευδοκιμεί. Γιατί αν λειτουργούσε η κοινή λογική, όσα Τμήματα δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των σπουδαστών θα έπρεπε ήδη να έχουν καταργηθεί. Επίσης, όσα έχουν παρεμφερές γνωστικό αντικείμενο θα έπρεπε ήδη να είχαν συγχωνευθεί. Γιατί η κατάσταση δεν πάει άλλο.

Τα προηγούμενα χρόνια, κάθε πόλη είχε τη σχολή της και κάθε περιφέρεια το Πανεπιστήμιό της. Κι ο κάθε πολιτικός που σεβόταν τον εαυτό του και έβγαινε στο προεκλογικό μπαλκόνι, είχε να λέει για τις Σχολές και τα Τμήματα που μεσολάβησε να ιδρυθούν ή θα μεσολαβήσει να γίνουν. Κι έτσι πολλαπλασιάζονταν τα “ψηφαλάκια” των ψηφοφόρων που ήλπιζαν στην οικονομική τους αναβάθμιση, “πατώντας” στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Οι καιροί, όμως, αυτοί πέρασαν. Τώρα πια, που μια ολόκληρη χώρα μετρά και τη μπουκιά που βάζει στο στόμα της, δεν υπάρχουν περιθώρια για τέτοιες “πολυτέλειες”. Πολλοί αναρωτιούνται, (και ήδη υπάρχουν ανάλογες προτάσεις): Δεν θα έπρεπε ήδη να είχαν {συγχωνευθεί το Διεθνές Πανεπιστήμιο με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/κης; Το Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδας με αυτό της Θεσσαλίας και το Δυτικής Ελλάδας με το Ιωαννίνων;

Ήδη στην Ελλάδα των 11 εκατομμυρίων έχουμε 499 Τμήματα (έξω οι Στρατιωτικές Σχολές). Απ΄αυτά τα 286 ανήκουν σε Πανεπιστήμια και τα 213 σε ΤΕΙ. (Μόνο την τελευταία δεκαετία ιδρύθηκαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, 100 τμήματα.) Συνολικά 24 Πανεπιστήμια σε 36 πόλεις και 16 ΤΕΙ σε 40 πόλεις συγκροτούν το δίκτυο παροχής γνώσεων επιπέδου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στη χώρα μας. Έχουμε, όμως, τόσους φοιτητές που θα έπρεπε να έχουμε και ανάλογα ιδρύματα; Ας δούμε τους αριθμούς : Οι εγγεγραμμένοι φοιτητές πλησιάζουν τις 600.000. Απ΄αυτούς λίγο περισσότεροι από τους μισούς θεωρούνται ενεργοί. Όμως, όσοι ζήτησαν να πάρουν σύγγραμμα, (που σημαίνει ότι όλο και κάποιο μάθημα δίδουν), άρα οι πραγματικά ενεργοί, δεν ξεπερνούν τις 240.000!!!

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πόσα απ΄αυτά τα τμήματα και τις Σχολές δεν τα χρειάζεται η χώρα , αλλά παρ΄όλ΄αυτά χορηγεί πιστώσεις .

Τουλάχιστον 100 Σχολές και Τμήματα πρέπει να κλείσουν άμεσα, όπως υπολογίζουν πολλοί καθηγητές των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Άλλωστε, σύμφωνα με έρευνες καθηγητών Πανεπιστημίου, στο εξωτερικό η αναλογία πληθυσμού- ιδρυμάτων είναι ένα εκατομμύριο προς ένα ίδρυμα. Στην Ελλάδα είναι ένα ίδρυμα ανά 250.000 κατοίκους!!!

Έχουν ενδιαφέρον και τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας για το κόστος των φοιτητών. Έτσι, κάποιος που φοιτά στη Φιλολογία, μέχρι να πάρει το πτυχίο του κοστίζει περίπου 8.100 ευρώ και στη Νομική 9.180 ευρώ. Όμως, στο Τμήμα Θερμοκηπευτικών Καλλιεργειών του ΤΕΙ Καλαμάτας που δεν δέχεται πλέον εισακτέους (οδεύει δηλαδή προς κατάργηση), κοστίζει περίπου 21.500 ευρώ.

Μετά απ΄όλα αυτά, η λογική επιβάλει την χωροταξική ανακατανομή του χώρου της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Και η σχετική συζήτηση έχει αρχίσει εδώ και χρόνια. Όμως, κύριος παράγοντας αντίδρασης ήταν οι τοπικές κοινωνίες που ακόμη και σήμερα, πιστεύουν πως τα τμήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης δίδουν “αίμα” στις ισχνές οικονομίες τους.

Συγχρόνως, πολλά από τα Τμήματα και τις Σχολές φοβούνται πως, αν εμφανίσουν τους πραγματικούς και ενεργούς φοιτητές τους, θα πάρουν τόσο μειωμένα κονδύλια που θα είναι αδύνατον να επιβιώσουν. Γι αυτό ακολουθούσαν την τακτική να δηλώνουν τον αριθμό των εγγεγραμμένων και όχι των ενεργών φοιτητών τους. Τώρα, πόσοι παίρνουν πτυχίο; Καλύτερα ας μη το θίξουμε…

Το υπουργείο Παιδείας, που γνωρίζει καλά όλα τα στοιχεία, θα έπρεπε να είχε επισπεύσει τις διαδικασίες της χωροταξικής ανακατανομής, μια και η χώρα προσπαθεί πια να βγάλει κι απ΄τη μύγα ξύγκι, που λέει κι ο λαός. Δεν μπορεί να κόβονται οι μικροσυντάξεις στους ηλικιωμένους, και εντελώς αυτάρεσκα να εξακολουθούν να υπάρχουν τόσες Σχολές και Τμήματα που δεν χρειάζεται κανείς. Θα έπρεπε πριν ξεκινήσει η μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια να είχαν τεθεί, τουλάχιστον, οι βάσεις ενός διαλόγου με αρχή, μέση και τέλος. Να είχαν τεθεί τα κριτήρια και οι όροι που θα οδηγήσουν σε “καθαρές λύσεις”. Δηλαδή, τουλάχιστον 100 τμήματα λιγότερα απ΄όσα υπάρχουν σήμερα. Κι ύστερα ας συζητούσαμε τα υπόλοιπα.

Πάντως, οι σχετικές επιστολές που έχει στείλει στην Ακαδημαϊκή Κοινότητα η υπουργός, την 1η παρελθόντος Νοεμβρίου, για να αρχίσουν οι σχετικές διαδικασίες, μάλλον δεν “συγκινούν” κανέναν. Αντίθετα, φαίνεται να πιστεύουν πολλοί ότι μπορούν να συνεχίσουν να “σέρνονται” Σχολές και Τμήματα-βιτρίνες. Διδάσκοντες και διδασκόμενοι, χωρίς αντικείμενο, χωρίς αποτέλεσμα και εν τέλει χωρίς μέλλον και προοπτική.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Ελληνάρας μαμόθρεφτος αναζητεί εργασία

Είναι γύρω στα σαράντα. Διαβασμένος. Πολιτικοποιημένος. Γνώστης των κοινών και εξαίρετος ομιλητής. Με χιούμορ. Σπανίως τον βαριέσαι. Έχει ακλόνητη άποψη για όλα. Είτε είναι η οικονομία, το εργατικό δίκαιο, τα δεινά του Τύπου, η ιστορία, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση, η ανατροφή των τέκνων -που ο ίδιος δεν βιώνει και που χλευάζει ως εργένης πια- είτε η επιστήμη, τα πάλσαρ, τα νετρίνα και η ταχύτητα του φωτός. Γκρεμίζει τον Αϊνστάιν για πλάκα. Πραγματικός θησαυρός, ωκεανός πληροφοριών. Όλη μέρα είναι χωμένος στα βιβλία για να μπορεί το βράδυ να απολαύσει αυτό που αγαπά περισσότερο. Την κουβέντα.

Όχι ψέμματα, υπάρχει και κάτι άλλο: το φαί.

Θα σε πάει στα πιο ψαγμένα κουτούκια. Αν τον νοιάζει το χρήμα, θα σου βρει τα πιο φτηνά, αλλά ασύγκριτα πιάτα. Αν του περισσεύει εκτάκτως, θα γεμίσει το τραπέζι με μεζέδες κάθε κόστους. Όπως και νά'χει, το τραπέζι θα' ναι τίγκα. Είναι θέμα γενναιοδωρίας. Θα φύγεις από κει σκασμένος, διότι λυπόσουν να αγνοήσεις τα αριστουργήματα. Εκείνος το ίδιο. Το πουρμπουάρ καμία φορά είναι ό,τι απέμεινε στην τσέπη.

Όταν τελειώσει η βραδιά, γυρνάς σπίτι κι εκείνος στο δικό του. Εσύ έχεις πλυντήριο, αυτός όχι. Η μαμά του μένει στη διπλανή πόρτα. Του πλένει, του μαγειρεύει -ασύγκριτα πιάτα- και του καθαρίζει. Την έχει του κλώτσου και του μπάτσου. Αν τολμήσει και του ζητήσει χάρη, που συνήθως είναι για καλό δικό του, τη βρίζει στα μούτρα. Η λατρεία της, τα συγχωρεί όλα. Στέκει στο πλευρό του αδιαμαρτύρητα. Χωρίς αυτήν, δεν κάνει βήμα. Όταν χωρίζει, τον βοηθάει στη μετακόμιση. Φορτώνεται τις κούτες και τον περιθάλπει. Εκείνος τη βρίσκει φορτική. Τον ενοχλεί. Όταν καλεί σε δείπνο τους φίλους του, της δίνει εντολές για το μενού. Όταν είναι άνεργος, του πληρώνει τους λογαριασμούς.

Συμβαίνει συχνά αυτό. Του αρέσει να είναι άνεργος για να διαβάζει βιβλία, να ακούει ειδήσεις και να ασκεί κριτική. Μαθαίνει έτσι περισσότερα, αλλά ο ίδιος δεν παράγει. Το όνειρό του είναι να παράξει κάτι μεγάλο, αλλά τον κουράζει και μόνη η ιδέα. Πείθει τους άλλους ότι «δεν είναι καναρίνι στο κλουβί». Δεν είναι yes man. Δεν είναι το κορόιδο, δεν είναι το πιόνι, δεν είναι η μαριονέτα. Δεν είναι γιάπης να κουρδιστεί σαν ρομποτάκι. Δεν θα σκιστεί στη δουλειά αν δεν υπάρξει αμοιβή. Ηθική και υλική. Αν δεν υπάρξει αναγνώριση της τεράστιας, πράγματι, αξίας του. Έτσι, παραιτείται πριν κάν αρχίσει την προσπάθεια. Το επάγγελμά του φθίνει λόγω κρίσης, όμως η υψηλή του αξία δεν του επιτρέπει να ψάξει αλλού. Και η διάνοιά του δεν χρησίμευσε σε τίποτε έως ώρα. Άλλοι ανίκανοι πιάσαν όλες τις καβάτζες και τα ξύνουνε. Ημιμαθείς άχρηστοι βασιλεύουν εκεί έξω. «Κι εγώ πώς; Στα σαράντα μου να τρέχω; Εγώ; Που αξίζω τόσα; Τί λέ ρεεε»...

Ευτυχώς έχει τη μαμά του αυτός, ήρθε και πάλι η ώρα να ξεκουραστεί. Το δικαιούται πότε πότε. Τόσοι απολύονται εκεί έξω. Είναι κι αυτός ανάμεσά τους. Δεν έχει άλλη επιλογή. Έχει απορρίψει ήδη τρεις νέες δουλειές. Υποτιμητικές. Η μία ήταν στο ραδιόφωνο, 6-8 το πρωί. Βάρβαρη ώρα. Ανοίγει την τηλεόραση, ανάβει τσιγάρο -το τελευταίο από το δεύτερο πακέτο- και βλέπει ειδήσεις. Γύρω του σκόνη βουνό. Η μαμά πέρασε το πρωί, αλλά την έδιωξε με νεύρα. Μαμάδες...φρίκη...μακριά... Αλλάζει κανάλι. Πρόσωπα γελοία παρελαύνουν. Οργή... Γιατί δεν ξυπνάνε επιτέλους οι Έλληνες, ωρύεται εκείνος, με μια φωνή που εισβάλλει στα γειτονικά διαμερίσματα. Εάν όμως εσύ, ο διακριτικός, μιλήσεις σιγανά, σε κατακεραυνώνει. «Δεν ακούω ρε! Φωνή δεν έχεις;;».

Χλεύη, η σπεσιαλιτέ του. Τέτοια ευφράδεια, τόση γνώση, τόση έμπνευση, τόσο χιούμορ! Με ολίγη επιθετικότητα; Ε, ναι, το πιπεράκι. Πας να του δείξεις τις αδυναμίες του και με μαεστρία σε αντικρούει. Σε περιφρονεί που το έθιξες. Είσαι υπερήφανος που είναι φίλος σου. Ναι, ναι βέβαια. Πόσο δίκιο έχει! Ναι, φυσικά, συμφωνείς κι εσύ, θαυμάζοντας την ανελέητη κριτική του. Ναι, βέβαια, κουνάς το κεφάλι, ψαρωμένος. Ένα είναι σίγουρο, το ξέρεις κι εσύ. Πρέπει επιτέλους να ξυπνήσουν οι Έλληνες και να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους! Αλλά μια υποψία σε τρώει...

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Άλγεβρα


Τον συνάντησα να περιφέρεται έξω από το συσσίτιο στους Άγιους Πάντες, την εκκλησία δίπλα από το σταθμό του Ο.Σ.Ε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν γύρω στις έντεκα και μισή, οι δικαιούχοι είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν ουρά στην πίσω πόρτα του ναού. Κρύο τσουχτερό, η θερμοκρασία δεν ξεπερνούσε τους τρεις βαθμούς, οι εισπνοές σου πάγωναν το λαιμό κι οι εκπνοές έμοιαζαν με ψυχές που εξατμίζονται. Με πλησίασε μόνος του, ψαχνόταν για κουβέντα. Χαμογελούσε, ήταν ευδιάθετος. Αν δεν παρατηρήσεις λίγο περισσότερο τους ανθρώπους, από μακριά σου φαίνονται όλοι ίδιοι, μια ενιαία σιλουέτα. Εκείνος δεν έμοιαζε για άστεγος ούτε και για άπορος. Κι όμως, ο εξηντάχρονος γκριζομάλλης, Παναγιώτης Βελκίδης, ζει πάνω από δύο χρόνια δίχως να ξοδεύει χρήματα.

Το ρεύμα στο σπίτι, που κληρονόμησε από τη μητέρα του, το έχουν αναλάβει οι συγγενείς του, το νερό και τα κοινόχρηστα η αδελφή του. Φαγητό προμηθεύεται από το συσσίτιο. Ρούχα δεν χρειάζεται, έχει τέσσερις ντουλάπες γεμάτες από το παρελθόν. Τα φάρμακα που παίρνει καθημερινά, επειδή είναι καταθλιπτικός, του τα χορηγούν οι Γιατροί του κόσμου, καθώς ο ίδιος είναι ανασφάλιστος. Το γκουρμεδιάρικο, για τα δεδομένα της εποχής, εστιατόριο που διατηρούσε από το 1987 στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού (κοντά στο μαιευτήριο Λητώ), έκλεισε το 1999. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, και συνέταιρος στην επιχείρηση, τον έδιωξε και του πήρε την «Άλγεβρα» μέσα από τα χέρια. Λίγους μήνες αργότερα παθαίνει εγκεφαλικό και το επόμενο καλοκαίρι πεθαίνει η μαμά του. «Παθαίνω» και «πεθαίνω», ένα γράμμα αλλάζει και το νόημα είναι τόσο διαφορετικό.

Μόνο που για το συγκεκριμένο άνθρωπο τίποτα δεν έχει νόημα πια. «Δεν καυλώνω με τη ζωή ρε φίλε, τι δεν καταλαβαίνεις;» θα μου πει και θα με αφήσει ξερό. Οι τσέπες του γαλάζιου του μπουφάν ήταν γεμάτες από γόπες που έβρισκε κάτω. Τσιγάρα της μιας τζούρας κι ούτε, λειψή ευχαρίστηση. Άκουσα την ιστορία από την αρχή. Πέρασε από τη σχολή εμποροπλοιάρχων κι όταν τελείωσε το τουρ στον κόσμο, βαρέθηκε δεύτερη φορά να δει τα ίδια λιμάνια. Σαλπάρισε για τις μπάρες, έγινε μπάρμαν και αγόρασε ένα καλοκαιρινό μαγαζί στη Τζιά. Ένας γνωστός του πουλούσε την επιχείρηση για 200.000 δραχμές. Άφραγκος εκείνος, βρήκε εν μία νυκτί τα λεφτά. Για την ακρίβεια χρειάστηκε 400.000 δραχμές, τα πρώτα τα έχασε στο μπαρμπούτι.

Τα χρήματα που κέρδισε, αποφάσισε να τα επενδύσει στην Άλγεβρα, η οποία για δώδεκα χρόνια φυσούσε. «Οι όρθιοι υπερίσχυαν των καθιστών», μου λέει, κοιτώντας μια γόπα που ήταν λερωμένη από ροζ κραγιόν. Γλέντησε δίχως άλλο τη ζωή του, δεν έχει παράπονο. Αγαπημένη του συνήθεια ήταν οι γυμνές φωτογραφήσεις ανδρών. Μου κλείνει το μάτι, έμμεση ομολογία για τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του. Ωστόσο, το ΄99 άνοιξε διάπλατα η κερκόπορτα της καταστροφής. Τον πήρε από κάτω, σε δυο χρόνια σμπαραλιάστηκαν τα πάντα. Κι όχι από κακοδιαχείριση. Προσπάθησε να συνεχίσει, γύρισε στα παλιά του λημέρια, στη Τζιά. Τα μπαράκια του δεν τράβηξαν, έχασε τις τελευταίες του αποταμιεύσεις. Τώρα, είναι σε καταστολή, ο κατάλογος των χαπιών αρκεί για να τυλίξει σε κόλλα τις ώρες που γλιστράνε μέσα από τα χέρια του.

Φίλους δεν έχει. «Οι κοινωνικές σχέσεις χρειάζονται χρήματα κι εγώ δεν έχω φράγκο», μου εξηγεί. Αντιστέκομαι, του προτείνω να πάμε βόλτα μαζί. Δεν απαιτεί χρήματα το περπάτημα. «Περπατάω και μόνος μου, το θέμα είναι να κάνουμε κάτι που δεν μπορώ μοναχός μου. Π.χ, αν πάμε σινεμά, θέλουμε λεφτά για τα εισιτήρια. Δεν γίνεται να πληρώνεις συνέχεια εσύ», μου αποκρίνεται. Παραδίνομαι στη λογική του, συνεχίζω την κουβέντα. Του αρέσει να κάνει βόλτες στην πόλη, περπατάει στο Θερμαϊκό, χαζεύει τον ήλιο να βουτάει στη θάλασσα. Ζηλεύει. Ισχυρίζεται ότι ως καταθλιπτικός δεν αντέχει το νερό. Δε φοράει τη μασέλα του γιατί δεν μπορεί να την πλύνει. Κάθε φορά που ανοίγει το θερμοσίφωνα, τον πιάνει άγχος. Φαντάζεται το νερό να κυλάει πάνω του κι ανατριχιάζει σαν γάτα. «Αυτό δεν είναι τίποτα, μια γνωστή μου, από τις συγκεντρώσεις των καταθλιπτικών (βαρέθηκε κι εκεί να πηγαίνει πριν δυο βδομάδες), λατρεύει τις ντομάτες. Αλλά επειδή σιχαίνεται το νερό, δεν τις τρώει και τις αφήνει στο ψυγείο μέχρι να σαπίσουν».

Τον ρωτάω τι σκέφτεται να κάνει από δω και πέρα, αν θα συνεχίσει δηλαδή να μαζεύει γόπες και να τρώει τις μερίδες του συσσιτίου. «Ποτέ στη ζωή μου δεν προγραμμάτισα κάτι, όλα ήρθαν από μόνα τους. Είτε λοιπόν θα έρθει κάτι καινούριο κι απλώς αργεί είτε δεν έχει άλλο και περιμένω τσάμπα». Λόγια σταράτα, αν και μοιρολατρικά. Η αλήθεια είναι πώς να ζω χωρίς κάποιο νόημα, απλώς να υπάρχω δηλαδή, δυσκολεύομαι να το φανταστώ. Κι όμως, για κάποιους εκεί έξω οι πράξεις δεν βγαίνουν. Κι όταν προσθέτεις τη δυστυχία που συναντάς γύρω από τους Άγιους Πάντες, ξεχνάς τα μαθηματικά που ξέρεις. Και καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν είναι Άλγεβρα.